Konstantina Kenou

Konstantina Kenou

CLINICAL PSYCHOLOGIST, M.SC.
E-mail: konstantina@kenoupsy.gr
Facebook
Το να γίνεις γονιός θεωρείται ότι ξεκινάει από τη στιγμή που θα έρθει το μωρό στον κόσμο. Ωστόσο, η γονεϊκότητααρχίζει πολύ πριν τη γέννηση του βρέφους. Η εγκυμοσύνη και η γέννα αποτελούν μια διαδικασία προετοιμασίας της μελλοντικής μητέρας.

Η εγκυμοσύνη θεωρείται μια αναπτυξιακή κρίση κατά την οποία η γυναικά βιώνει μια σειρά από ψυχολογικές και σωματικές αλλαγές. Υπάρχουν τρία βασικά στάδια κατά τη διάρκεια αυτής της αναπτυξιακής κρίσης. Στο πρώτο στάδιο χρειάζεται να αποδεχτεί το έμβρυο σαν μέρος του εαυτού της. Λόγω των έντονων αναλογικών και σωματικών αλλαγών,τείνει να επικεντρώνεται περισσότερο στον εαυτό της. Μέσα, όμως, σε αυτές τις αλλαγές, η γυναίκα αγκαλιάζει το βρέφος ως κομμάτι της ύπαρξής της. Με αυτόν τον τρόπο, στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης, μπορεί να πραγματοποιηθεί η αποδοχή της αλλαγής του ρόλου και βασικών συνηθειών της, όπως για παράδειγμα η εργασία. Παρόλα αυτά, είναι κατανοητό να αισθάνεται μια αμφιθυμία και να δυσκολεύεται να αποδεχτεί αυτή τη μετάβαση καθώς και τις νέες ευθύνες που φέρει. Εδώ έρχεται το δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο το έμβρυο θα πρέπει να θεωρηθεί ένα ξεχωριστό άτομο. Με τις κινήσεις του εμβρύου, η μητέρα καταφέρνει να αποδεχτεί την εγκυμοσύνη της, και να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια ξεχωριστή οντότητα. Αυτό επιτυγχάνεται με την επεξεργασία τωνσυναισθημάτων της για το βρέφος. Αυτή η διαδικασία σηματοδοτεί την αρχή της σχέσης μητέρας-βρέφους, και αποτελεί ένα επίτευγμα για την ανάπτυξη και την προετοιμασία της μητέρας να υποδεχθεί το μωρό της.

Το τελευταίο στάδιο, το οποίο είναι ο μήνας πριν τη γέννα, θεωρείται η φάση στην οποία η μητέρα επιθυμεί τον ερχομό του βρέφους. Οι σωματική δυσφορία που αισθάνεται, αποτελεί την έντονη επιθυμία να έρθει το μωρό της. Πριν από αυτό το στάδιο, η γυναικά επιθυμεί να διατηρηθεί η εγκυμοσύνη. Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου η γυναίκα επικεντρώνεται στον εαυτό της και στις αλλαγές στο σώμα της και στη ζωή της ˙ στο δεύτερο στάδιο η προσοχή στρέφεται στο έμβρυο με σκοπό την συναισθηματική αποδοχή του ˙ και στο τελευταίο δίνεται έμφαση στην συνειδητοποίηση και αποδοχή του αποχωρισμού. Η επιτυχημένη ολοκλήρωση όλων των παραπάνω σταδίων μπορεί να αποτελέσει την προετοιμασία της εγκυμονούσης γυναίκας.

Τη στιγμή που επιβεβαιώνεται η εγκυμοσύνη, γίνεται μια αναδιοργάνωση της ζωής και της ψυχικής κατάστασης της γυναίκας με στόχο την προσαρμογή στην νέα αυτή συνθήκη. Η προσαρμογή σε αυτά τα στάδια καθιστά έτοιμη τη γυναίκα για το δεσμό που θα αναπτύξει με το νεογνό, και την προετοιμάζει για τους πολλούς νέους ρόλους που αργότερα θα καλεστεί να παίξει. Αυτή η αναπτυξιακή κρίση αποτελεί μια θετική ενδυνάμωση για τη καλύτερη προετοιμασία του βασικότερου ρόλου, αυτού της μητέρας.


Πηγή:
Bibrin, G.L., Dwyer, T.F., Huntington, D.S.,
Παρά το μεγάλο ενδιαφέρον σε θέματα σχετικά με την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα, λίγα έχουν ειπωθεί για τις ψυχολογικές επιπτώσεις που έχει η αποβολή του εμβρύου στη μελλοντική μητέρα και το ζευγάρι. Η συζήτηση του συμβάντος μπορεί να θεωρηθεί «ταμπού» και είτε αποφεύγεται η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό, είτε γίνεται πολύ σπάνια – από τη γυναικά, τους συγγενείς, και τους ειδικούς ψυχικής υγείας.

Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να θιχτεί η συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση της γυναίκας μετά την αποβολή, καθώς αποτελεί μια άκρως τραυματική εμπειρία. Ο βαθμός του άγχους και της μοναξιάς που βιώνει το ζευγάρι, είναι τόσο αόρατος από έξω, αλλά τόσο τραυματικός από μέσα. Η αποβολή και ο θάνατος του εμβρύου σηματοδοτεί το τέλος όλων των ασυνείδητων φαντασιώσεων των γονέων για το αγέννητο μωρό τους. Καταρρίπτονται τα όνειρα και οι ελπίδες, και η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται σε πλήρης απομόνωση. Ειδικότερα στις επαναλαμβανόμενες αποβολές, η σκιά του προηγούμενου θανάτου γίνεται τόσο προφανές που είναι αρκετά δύσκολο να ξεπεραστεί, καθορίζοντας την ισορροπία του ζεύγους και την ίδια την ταυτότητα της γυναίκας. Η απειλή ότι μπορεί να χαθεί και αυτό το μωρό, δηλώνει ότι η μητέρα δεν μπορεί να εμπιστευτεί τις αναπαραγωγικές της ικανότητες θεωρώντας τον εαυτό της ανίκανο να μείνει έγκυος και να γεννήσει. Η ανάμνηση του τραύματος, ο φόβος της επανάληψης, και η επαφή της ζωής με το θάνατο προκαλούν μεγάλο πόνο. Ένα στενάχωρο γεγονός χρειάζεται να το επεξεργαστεί ο νους ώστε να μετατρέψει τα συναισθήματα σε σκέψεις: η αναγνώριση και η αποδοχή του αποχωρισμού με το βρέφος είναι μια διαδικασία πένθους.

Η πρώτη εγκυμοσύνη αποτελεί πάντα ένα κρίσιμο σημείο στην γυναικεία ταυτότητα. Η αποβολή βιώνεται σαν ένας συναισθηματικός σεισμός ο οποίος καθορίζει την αυτοπεποίθηση της γυναίκας. Στο εσωτερικό κόσμο τους, οι περισσότερες γυναίκες, αδυνατούν να βρουν μια μητρική φιγούρα που θα τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τον πόνο. Πολλές αρνούνται να έρθουν κοντά στις μητέρες τους. Από μια ψυχαναλυτική σκοπιά, οι πρώτες σχέσεις επηρεάζουν τον τρόπο που βιώνεται και αντιμετωπίζεται το τραύμα. Ο φόβος της αποδοκιμασίας από άλλες γυναικείες φιγούρες της οικογένειας, κυρίως από τη μητέρα του συζύγου, οδηγούν την γυναίκα στην απομόνωση και μοναξιά.

Το βίωμα της αποβολής μπορεί να οδηγήσει τη γυναίκα να αισθανθεί ότι έχει «το θάνατο μέσα της». Η μητέρα μπορεί από τη μία να θεωρήσει ότι έχει ένα εσωτερικό αντικείμενο θανάτου, ενώ από την άλλη, εξαιτίας του χαμού του παιδιού της, να θεωρεί ότι είναι άδεια και νεκρή μέσα της. Το άγχος προκαλείται από την ιδέα ότι έχει μέσα της έναν «εσωτερικό εχθρό» ο οποίος σχετίζεται με την δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος - «τον φυσικό δολοφόνο» που σχεδιάζει τη σωστή ανάπτυξη του μωρού της.

Το αποτέλεσμα είναι να βιώνει το σώμα της σαν έναν εξωτερικό εχθρό που δεν μπορεί να προστατεύσει το μωρό από τον «δολοφόνο». Η κατασκευή αυτού του εχθρού δημιουργεί έντονα συναισθήματα και φαντασιώσεις που σχετίζονται με το θάνατο. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου το σώμα επηρεάζει το μυαλό και αντιστρόφως. Τα συμπτώματα μετά την αποβολή αντιλαμβάνονται με έναν διαστρεβλωμένο τρόπο. Παρόλο που δεν υπάρχει κάποια ψυχοσωματική σύνδεση, σωματικά συμπτώματα ερμηνεύονται συναισθηματικά. Μια αγχωτική γυναίκα βιώνει την ναυτία και τον εμετό σαν να είναι δαιμονισμένη από το άρρωστο έμβρυο. Άλλες νομίζουν ότι τα συμπτώματα δηλώνουν ότι είναι ακόμη έγκυες.

Μετά από μια αποβολή, η σχέση με τον σύντροφο χαρακτηρίζεται από διαπληκτισμούς και πόνο. Πολλές γυναίκες απογοητεύονται από τη δυσκολία να επικοινωνήσουν το πένθος τους στους άλλους και κυρίως στους συντρόφους τους: οι εβδομάδες πόνου, η εμπειρία της αποβολής, η δυσκολία να αντιμετωπίσει το θάνατο, είναι καταστάσεις που η σημασία τους δύσκολα γίνεται κατανοητή από τους υπολοίπους. Η έλλειψη επικοινωνίας και ο διαφορετικός τρόπος εκδήλωσης και διαχείρισης του πόνου οδηγεί το ζευγάρι στο χωρισμό. Οι σύζυγοι πολλές φορές αισθάνονται παθητικοί και ότι σκιάζονται από τον έντονο πόνο που εκδηλώνει η γυναίκα. Είναι πιθανό επίσης να εκδηλώσουν ζήλια όταν η γυναίκα τους μοιράζεται την εμπειρία με ένα άντρα γυναικολόγο.

Η φροντίδα προς αυτές τις γυναίκες είναι ο βασικός τρόπος βοήθειας. Το να έχουν κάποιον δίπλα τους που θα προσέχει και θα φροντίσει τα συναισθήματά τους, μπορεί να τις βοηθήσει να βελτιώσουν την εικόνα τους ως γυναίκα και μητέρα και τον τρόπο που σχετίζονται με τον εαυτό τους. Η διαδικασία αυτή είναι πολύ σημαντική για τις γυναίκες που έχουν λίγα συναισθηματικά αποθέματα. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να κατανοήσουμε ότι όταν κάτι εμποδίζει την ικανότητά μιαςγυναίκας να αναπαράγει, τότε γεννιούνται ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξή της, και το νόημα για ζωή.
Όλοι θέλουμε τα παιδιά μας να είναι χαρούμενα και ευτυχισμένα. Πόσο πιο ευτυχισμένος μπορεί να νιώσει κάποιος όταν μπορεί να συναισθάνεται και να συνεργάζεται με άλλους ανθρώπους;

Η Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να αναγνωρίζω τη συναισθηματική κατάσταση κάποιου- να μπορώ δηλαδή να μπαίνω στη θέση του. Νέες νευρολογικές έρευνες έδειξαν ότι την μεγαλύτερη ευτυχία την αισθάνεσαι όταν συνεργάζεσαι παρά όταν δουλεύεις μόνος σου. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν τον «κοινωνικό εγκέφαλο», που δείχνει ότι υποκινούμαστε από κάτι περισσότερο πέρα από το απλό ενδιαφέρον στον εαυτό μας. Υποκινούμαστε από την κοινωνική αλληλεπίδραση και σύνδεση με τους γύρω μας. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι ένα εγωκεντρικό όν. Στην πραγματικότητα, όμως, από τη γέννησή μας έχουμε πολλά μικρά «καλώδια» ενσυναίσθησης, τα οποία χρειάζεται στην πορεία της ζωής μας να μάθουμε να τα ενώνουμε. Η ικανότητα να μπορώ να εμπιστεύομαι και να κατανοώ τους άλλους είναι το κλειδί ώστε να είμαι ευτυχισμένος, και είναι μια διαδικασία που μπορούν να μάθουν όλα τα παιδιά.

Ο νέος τρόπος εκμάθησης της ενσυναίσθησης επικεντρώνεται σε τρία στοιχεία: την επιλογή της γλώσσας, το να μπορεί το παιδί να αναγνωρίζει τα δικά του συναισθήματα, και τέλος το διάβασμα πολλών παραμυθιών.

Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να θυμάστε είναι ότι τα παιδιά αντιγράφουν τη γλώσσα των γονιών. Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφετε τους άλλους επηρεάζει τη εικόνα και τρόπο σκέψης του παιδιού. Το να μιλάς άσχημα για άλλα παιδιά μπροστά στο παιδί σου, π.χ. «Είναι εγωιστής» «Είναι κακιά και ενοχλητική», δεν το βοηθάς να αναγνωρίζει συναισθήματα,αλλά να βάζει ταμπέλες και να κατηγοριοποιεί. Το βασικό είναι να μπορέσεις να βρεις τρόπους ώστε το παιδί να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά των γύρω του, χωρίς να τους τοποθετεί μια αρνητική ταμπέλα. Αν θυμάσαι ότι όλα τα παιδιά είναι καλά, και ότι υπάρχει πάντα μια αιτία για κάθε συμπεριφορά, αυτό βοηθάει να δεις το καλό και το θετικό στους άλλους. Βοήθησε το παιδί σου να βρει το λόγο πίσω από τη συγκεκριμένη ταμπέλα «Είναι ενοχλητικός; Μήπως πεινάει; Η’ μήπως είναι κουρασμένος;». Αυτός ο τρόπος σκέψης, το να οδηγηθώ δηλαδή σε πιο ευγενή συμπεράσματα θεωρείται μια σωστή διδασκαλία της ενσυναίθησης και βελτιώνει την ευτυχία.

Η δεύτερη μέθοδος είναι να βοηθήσω το παιδί να κατανοήσει τα συναισθήματα του. Αυτό είναι πολύ σημαντικό ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να αντιληφθεί τα συναισθήματα των άλλων. Πολλές φορές οι γονείς πέφτουν στην παγίδα και κατευθύνουν τα συναισθήματα και τις ανάγκες των παιδιών «Μην στεναχωριέσαι» «Θα έπρεπε να πεινάς, φάε!» «Δεν υπάρχει λόγος να κλαις». Σαν γονείς πρέπει να εμπιστεύεστε τα παιδιά σας ώστε να μάθουν μόνα τους τα συναισθηματικά όριά τους. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να χτίσουν μια ισχυρή αίσθηση του εαυτού τους, και μεγαλώνοντας θα έχουν θάρρος να πουν όχι σε πράγματα που αγγίζουν τα όριά τους, και να πάρουν τις σωστές αποφάσεις βασιζόμενοι στο τι αισθάνονται. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό μάθημα στο οποίο θα πρέπει να θυμάστε ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά συναισθήματα. Είναι απλά συναισθήματα.

Ο τελευταίος τρόπος να διδαχτούν τα παιδιά την ενσυναίσθηση είναι μέσα από τα βιβλία. Μην επικεντρώνεστε μόνο σε χαρούμενα βιβλία με ευτυχισμένο τέλος. Διαλέξτε ιστορίες που περιγράφουν όλων των ειδών τα συναισθήματα. Με αυτό τον τρόπο το παιδί δεν θα μάθει μόνο την μια όψη του νομίσματος, βλέποντας την ζωή με έναν μη δραματικό τρόπο. Ίσως να είναι δύσκολο για εσάς να επικεντρωθείτε σε τέτοιου είδους μυθιστορήματα, ωστόσο είναι ένας καλός τρόπος να μάθουν τα παιδιά όλων των ειδών συναισθήματα, ώστε να μπορούν να τα αποδεχτούν και να τα αντιμετωπίσουν στην πορεία της ζωής τους.
Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε αναρωτηθεί για πιο λόγο επιλέγουμε ένα συγκεκριμένο τύπο συντρόφου. Τι είναι αυτό που μας ελκύει στο συγκεκριμένο άνθρωπο και για πιο λόγο θέλουμε να σχετιστούμε ερωτικά μαζί του;

Ιδιαίτερα η εμπλοκή μας σε μία ανασφαλής και τοξική σχέση, ενδυναμώνει όλο και περισσότερο αυτά τα ερωτήματα. Υπάρχει κάποιο ασυνείδητο κίνητρο ή ανάγκη που μας που μας οδηγεί σε αυτές τις επιλογές; Ή μήπως, καλύτερα, κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο σχέσης που αρχίσαμε να δημιουργούμε από τα βρεφικά κιόλας χρόνια;

Η πατρική φιγούρα παίζει καθοριστικό ρόλο στο είδος των μετέπειτα σχέσεων της κόρης. Αποτελεί το μοντέλο για το πώς θα είναι η σχέση της με έναν άντρα. Ο πρώτος δεσμός μιας κοπέλας σχηματίζει τις προσδοκίες που θα έχει στους δεσμούς του μέλλοντος. Ο γονέας διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί θα προσεγγίσει τη ζωή και τις σχέσεις, πως θα εκφράζει και θα λαμβάνει αγάπη. Με άλλα λόγια σχηματίζει και χρωματίζει τις γραμμές με τις οποίες θα μπορέσουμε να δώσουμε νόημα στις αντιδράσεις των άλλων. Με αυτόν τον τρόπο, η πρώτη σχέση μιας γυναίκας με τον πατέρα της, ο οποίος είναι συνήθως το πρώτο αντικείμενο της αγάπης της, σχηματίζει τις συνειδητές και ασυνείδητες αντιλήψεις της για το τι να περιμένει και τί να δεχτεί από κάποιο ρομαντικό σύντροφο.

Μια κοπέλα που έχει ασφαλής, υποστηρικτική σχέση με τον πατέρα της, είναι λιγότερο πιθανό να μείνει έγκυος ως έφηβη και να γίνει σεξουαλικά ενεργή στην αρχή της εφηβείας της. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να οδηγήσειστη καθυστέρηση του γάμου κα της απόκτησης παιδιών καθώς επικεντρώνεται στην επίτευξη των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών της στόχων. Επιπλέον, η καλή σχέση πατέρας- κόρη είναι πιο πιθανό να οδηγήσει σε σχέσεις με άνδρες που είναι συναισθηματικά ζεστοί. Έχοντας αποκτήσει μια εικόνα για τη σχέση με το άλλο φύλο αυτές οι γυναίκες μπορεί να έχουν πιο ικανοποιητικούς και μακροχρόνιους γάμους.

Πολύ λίγες είναι οι γυναίκες αυτές που δεν επέλεξαν έναν σύντροφο με βάση τα χαρακτηριστικά του πατέρα τους, είτε εξωτερικά χαρακτηριστικά είτε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Ακόμη και οι γυναίκες που υποστηρίζουν ότι επέλεξαν σύντροφο που ήταν πολύ διαφορετικός και αντίθετος με τον πατέρα τους, βασίζουν την επιλογή τους στη σχέση ή στην έλλειψη σχέσης, με τον πατέρα. Μια επιλογή, δηλαδή, να είμαι με το αντίθετο, είναι επίσης μια επιλογή βασιζόμενη στον πατέρα.
Η μητρότητα είναι συνυφασμένη με την υπαρξιακή ολοκλήρωση της γυναίκας. Η γέννηση ενός παιδιού είναι κάτι που η μητέρα απολαμβάνει και νιώθει πλήρης ευτυχία. Τι γίνεται όμως όταν ισχύει το αντίθετο; Η Επιλόχειος Κατάθλιψη βιώνεται από το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών, επιφέροντας επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των ίδιων καθώς και στη σχέση τους με το παιδί και το σύντροφο.

Η γυναίκα αισθάνεται αλλαγές στη φυσική της κατάσταση, όπως για παράδειγμα αλλαγές στον ύπνο και στα επίπεδα άσκησης, με αποτέλεσμα να νιώθει περισσότερο κουρασμένη και λιγότερο ενεργητική. Σταδιακά, το συναισθηματικό άγχος και κατάθλιψη θα εκφράζονται με αυξημένα σωματικά συμπτώματα όπως πονοκεφάλους και πόνο στο στήθος. Σημαντική επιρροή από τη κατάθλιψη έχει ο δεσμός μητέρας-παιδιού. Οι μητέρες με επιλόχειο κατάθλιψη δεν μπορούν να ανταποκριθούν εύκολα στις ανάγκες του παιδιού. Τα συναισθήματα αλλάζουν, έρχονται και χάνονται, με αποτέλεσμα άλλοτε να αισθάνονται ότι δεν έχουν τίποτα να δώσουν, και άλλοτε να νιώθουν έντονα συναισθήματα ή ότι είναι παγιδευμένες από τις ανάγκες του μωρού. Όλα αυτά, βέβαια, αντικατοπτρίζουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Η μητέρα θα επωφεληθεί από μία διαρκής υπενθύμιση ότι η κατάσταση αυτή δεν θα διαρκέσει για πάντα. Είναι καλό να ενθαρρύνεται στο να έχει βλεμματική επαφή με το μωρό της, καθώς και να ανταποκρίνεται στους ήχους και τις εκφράσεις του. Επίσης, είναι πολύ βοηθητικό να υποστηρίζονται οι προσπάθειες της μητέρας να φροντίσει το μωρό, και όχι να αναλαμβάνουν τρίτα πρόσωπα εξολοκλήρου τη φροντίδα του. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η σημαντικότητα τους ρόλου της ως μητέρα.

Σε μεγάλος βαθμό επηρεάζεται και ο σύντροφος, καθώς η ζωή με τη γυναίκα που βιώνει κατάθλιψη έχει αρκετές συναισθηματικές δυσκολίες. Οι σύντροφοι είναι σε κίνδυνο να εμφανίσουν και οι ίδιοι συμπτώματα κατάθλιψης. Συχνά αισθάνονται μπερδεμένοι, μόνοι και αβοήθητοι. Επιπλέον, μπορεί να νιώθουν άγχος κατά τη διάρκεια της ημέρας, σχετικά με το πως η σύντροφός τους θα είναι στο σπίτι με το παιδί, και αισθάνονται αρκετά απομονωμένοι. Στη προσπάθεια της γυναίκας να κατανοήσει τί της συμβαίνει, αυτός γίνεται ο στόχος του άγχους της. Η γυναίκα περιμένει ο σύντροφός της να σταματήσει να γίνεται η αιτία του άγχους της, να ξέρει πότε και πως να την ακούσει και να την υποστηρίξει. Η σχέση μεταξύ των συντρόφων καταβάλλεται από άγχος και απειλείται από συνεχείς αντιπαραθέσεις. Σημαντικές αποφάσεις για τη σχέση θα ήταν καλό να παρθούν αφότου ξεπεραστεί η κατάθλιψη. Είναι πολύ σημαντικό ο σύντροφος να συμπεριλαμβάνεται στο θεραπευτικό σχεδιασμό και να γίνεται και ο ίδιος μέρος της θεραπείας. Με αυτό τον τρόπο θα γίνει πολύ περισσότερο υποστηρικτικός καθώς θα μπορεί να λάβει υποστήριξη και ενθάρρυνση καθώς και να κατανοήσει την κατάσταση της γυναίκας.
Η διαδικασία της διακοπής του θηλασμού μπορεί να οδηγήσει σε σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές στη μητέρα. Ο θηλασμός διακόπτεται είτε από το ίδιο το παιδί, όταν είναι μεταξύ 18-24 μηνών, είτε από τη μητέρα για πολλούς λόγους. Πολλές φορές, η διακοπή μπορεί να γίνει πριν από τους υποχρεωτικούς 6 μήνες, όπως προτείνεται από το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Πολλές γυναίκες όταν διακόπτουν το θηλασμό παρουσιάζουν έντονες μεταβολές στη διάθεσή τους. Είτε επειδή αισθάνονται ενοχές είτε επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν αυτή τη μοναδική σύνδεση με το μωρό τους, τα συναισθήματα τους μπορεί να αλλάζουν αρκετές φορές, ακόμη και κατά τη διάρκεια της μέρας. Ιδιαίτερα οι μητέρες που αναγκάζονται να διακόψουν το θηλασμό όταν δεν είναι έτοιμες είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν έντονη λύπη. Αλλά ακόμη και αυτές που διακόπτουν όταν αισθάνονται έτοιμες, μπορεί να παρουσιάσουν άγχος καθώς και συμπτώματα κατάθλιψης.

Τα συμπτώματα νοσταλγίας και λύπης οφείλονται σε ορμονικές αλλαγές. Ο θηλασμός αυξάνει τα επίπεδα της προλακτίνης και οξυτοκίνης, ορμόνες που δημιουργούν συναισθήματα χαλάρωσης, ευδιαθεσίας και ηρεμίας στις περισσότερες μητέρες. Κατά τη διάρκεια της διακοπής, τα επίπεδα των ορμονών πέφτουν επιφέροντας αλλαγές στη διάθεση. Η σταδιακή διακοπή του θηλασμού μπορεί να βοηθήσει στη σταδιακή μείωση των επιπέδων. Η οξυτοκίνη αυξάνεται μέσω της αγκαλιάς και του φιλιού, κάτι που ενθαρρύνεται να συμβαίνει ανάμεσα στο ζευγάρι όταν σταματάει ο θηλασμός.

Επιπλέον, οι μητέρες μπορεί να νιώθουν θλίψη καθώς ο απογαλακτισμός σηματοδοτεί μια αλλαγή στη σχέση μητέρας-παιδιού. Ο θηλασμός είναι ένα πράγμα που μόνο η μητέρα μπορεί να προσφέρει, και ο απογαλακτισμός σηματοδοτεί το τέλος αυτής της ιδιαίτερης προσφοράς της μητρότητας. Μερικές φορές, αν η διαδικασία πραγματοποιείται εύκολα, μια μητέρα μπορεί να πληγωθεί αν το παιδί δεν αντιδράει ή ανησυχεί στη διακοπή του θηλασμού. Ο απογαλακτισμός μπορεί να προκαλέσει καταθλιπτικό επεισόδιο σε ορισμένες γυναίκες, ειδικά εάν υπάρχει προηγούμενη εμφάνιση κατάθλιψης.

Μαζί με τη θλίψη έρχεται η ενοχή. Όταν μια μητέρα αποφασίζει να σταματήσει το θηλασμό, ξέρει ότι παίρνει κάτι σημαντικό από το παιδί της. Υπάρχουν δύο άνθρωποι σε μια σχέση θηλασμού, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις περισσότερες μητέρες να βάλουν τις ανάγκες τους μπροστά από τις ανάγκες του μωρού τους. Αν έχουν αρχίσει να εμφανίζονται αρνητικά συναισθήματα στη σχέση μητέρας-παιδιού, η μητέρα καλό θα ήταν να διερευνήσει αυτά τα συναισθήματα, χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί.

Θα ήταν πολύ βοηθητικό για τη μητέρα να λαμβάνει υποστήριξη και φροντίδα από το σύντροφό της κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Είναι πολύ σημαντικό να αφιερώνει χρόνο στις δικές τις ανάγκες και να προσέχει τον εαυτό της.
“Το αντίθετο της κατάθλιψης δεν είναι η ευτυχία αλλά η ζωή.”
- Andrew Solomon

« Είναι σαν να βιώνω συνέχεια ένα μόνιμο, ασταμάτητο πένθος. Όμως κανείς δεν πέθανε. Δεν ξέρω γιατί θρηνώ. Η επαγγελματική μου ζωή πάει καλά, και η προσωπική μου το ίδιο. Δεν έχω λόγο να μην είμαι καλά, όμως εγώ κάθε μέρα βουλιάζω όλο και περισσότερο σε μια μαύρη τρύπα. Κλαίω συνέχεια, όταν σκέφτομαι ότι αυτό με περιμένει και την επόμενη μέρα. Έχω πονοκεφάλους και πονάει όλο μου το σώμα. Κυρίως η πλάτη μου- μάλλον επειδή είμαι όλη τη μέρα ξαπλωμένη. Πεινάω, τρώω κάτι, και αμέσως με πιάνει ναυτία και σταματάω να τρώω. Πολλές φορές πιέζω τον εαυτό μου να φάει. Υπάρχουν φορές που έχω πυρετό. Ο πόλεμος στο κεφάλι μου βγαίνει στο σώμα μου, και μου είναι τόσο δύσκολο να καταλάβω τι γίνεται. Δεν βγάζω νόημα. Είμαι τόσο κουρασμένη, που κοιμάμαι όλη μέρα. Είναι τόσο δύσκολο να σηκωθώ από το κρεβάτι μου, σαν να πρέπει να τρέξω σε έναν Μαραθώνα. Κοιμάμαι 2 φορές τη μέρα, και μετά για 9 ώρες το βράδυ. Καμιά φορά δεν μπορώ να κοιμηθώ καθόλου. Το μυαλό μου τρέχει 1000 μίλια την ώρα μέσα σε μία αγχωτική δύνη. Οι δουλειές του σπιτιού μου φαίνονται βουνό. Μου είναι πλέον αδύνατο να συγκεντρωθώ. Η προσοχή μου αποσπάται εύκολα και αρχίζω και ξεχνάω. Έχω σκέψεις αυτοκτονίας. Άλλες φορές είναι απλά περαστικές, άλλες όμως το μυαλό μου κολλάει σε αυτό για ώρες. Θέλω όλα αυτά να τελειώσουν. Δεν ξέρω πόσο καιρό θα αντέξω να ζω έτσι. Η σκέψη και μόνο με τρομάζει. Πλέον δεν χαμογελάω, δεν μπορώ να μιλήσω με τους γύρω μου, η οικογένειά μου με νιώθει απόμακρη. Και είμαι απόμακρη. Πιο το νόημα να κάτσω να μιλήσω και τι να πω; Ποιος μπορεί να καταλάβει πως είναι να ζεις με ένα σκοτεινό σύννεφο από πάνω σου. Είμαι σε ένα τούνελ χωρίς έξοδο. Είναι σαν να κοιτάω το κενό, έναν άσπρο τοίχο όλη μέρα. Είναι ένα μόνιμο βασανιστήριο και δεν ξέρω για πιο λόγο μου συμβαίνει. Είναι σαν να έχω χάσει το νόημα της ύπαρξής μου, δεν ζω αλλά επιβιώνω.»

Πηγή: Themighty.com
Το άγχος ορίζεται ως μία έντονη και μη ρεαλιστική ανησυχία σχετικά με το μέλλον. Η προσπάθεια αντιμετώπισής του με φάρμακα δεν θεωρείται η καλύτερη επιλογή, καθώς αυτά μπορεί να επιφέρουν αρνητικές παρενέργειες στο άτομο. Καθώς το άγχος επηρεάζει το μυαλό και το σώμα, η yoga μειώνει τα επίπεδά του με έναν ολιστικό τρόπο. Σταθεροποιεί την αναπνοή και ηρεμεί το μυαλό.

Η yoga διδάσκει το άτομο πώς να είναι παρών στη συγκεκριμένη στιγμή με το να επικεντρώνεται στην αναπνοή του και στις ασκήσεις. Η μακροχρόνια άσκησή της μπορεί να επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα καθώς το άτομο θα μάθει να αντιμετωπίζει τις αγχωτικές καταστάσεις με μεγαλύτερη ψυχραιμία και ισορροπία. Εξασκώντας μία λίστα από asanas που επικεντρώνονται αποκλειστικά στην μείωση του άγχους, αλλά και η συνολική πρακτική της yoga με τις asanaς, pranayama (αναπνοές) και το διαλογισμό, μπορούν να βοηθήσουν το άτομο να αναγνωρίζει και να ελέγχει τα συναισθήματά του.

Πέρα από το άγχος η yoga έχει αποτέλεσμα και για άλλες καταστάσεις που προκαλούν άγχος. Μία από αυτές είναι η γονιμότητα, όπου σύμφωνα με μια έρευνα του Harvard Medical School οι γυναίκες που κάνουν yoga και διαλογισμό έχουν 3 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να συλλάβουν παιδί.

Το να μπορείς να αναγνωρίσεις και να διαχειριστείς το άγχος σου είναι ένα πρώτο μεγάλο βήμα ώστε να αλλάξεις τη ζωή σου προς το καλύτερο. Και μιας και η yoga συνίσταται για αυτό, μπορείς να ξεκινήσεις το ταξίδι σου προς την εσωτερική αρμονία.
Η ενδοοικογενειακή βία είναι η βασική αιτία τραυματισμού της γυναίκας, με πάνω από 1.000.000 να οδηγούνται στους γιατρούς και στα επείγοντα. Η βία αυτή δεν πραγματοποιείται από τα χέρια κάποιου αγνώστου, αλλά από του άντρα που τους είπε «Σ’αγαπώ».

Ενδοοικογενειακή Βία είναι όταν κάποιος κακοποιεί σεξουαλικά, λεκτικά, συναισθηματικά και σωματικά τον σύντροφο του, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο εξουσία και δύναμη πάνω του. Συμβαίνει σε κάθε κοινωνία ανεξαρτήτου θρησκείας, φύλου και κοινωνικής τάξης. Έχει βρεθεί ότι το 95% των αντρών και 5% των γυναικών ασκεί βία στον/ην σύντροφό τους. Στις Η.Π.Α., το 37% των γυναικών κακοποιούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και στατιστικά στοιχεία έδηξαν ότι κάθε 12 δευτερόλεπτα μια γυναίκα κακοποιείται από τον σύντροφό της. Όλα αυτά τα νούμερα είναι μόνο όσα έχουν καταγραφεί από την αστυνομία. Φανταστείτε λοιπόν πόσες ακόμη γυναίκες υπάρχουν που ποτέ τους δεν έχουν μιλήσει για αυτό.

Πώς όμως προκαλείτε η βία και ποιος είναι ο κύκλος της; Στο πρώτο στάδιο αναπτύσσεται η ένταση, η οποία συνήθως προκαλείται από μία διαφωνία. Το δεύτερο στάδιο είναι η έκρηξη, όπου και ασκείται η βία. Τέλος, το τρίτο στάδιο αποτελεί τη λεγόμενη φάση «Ταξίδι του Μέλιτος», όπου το άτομο που άσκησε τη βία απολογείται και αγοράζει δώρα ή λουλούδια στο θύμα.

Υπάρχουν πέντε τύποι κακοποίησης:

1) Συναισθηματική, π.χ. παιχνίδι μυαλού
2) Λεκτική
3) Τεχνολογική, πχ παρακολούθηση του Facebook
4) Σεξουαλική
5) Σωματική

Τα άτομα που κακοποιούν ή είναι πιθανό να κακοποιήσουν κάποια στιγμή στη ζωή τους, έχουν κάποια βασικά χαρακτηριστικά τα οποία εκδηλώνονται σε έντονο βαθμό μέσα στη σχέση.
1. Ζήλεια. Ο άντρας ρωτάει συνέχεια και με ένταση για το τι έκανε και ζηλεύει που περνάει χρόνο μακριά του.
2. Έλεγχος της συμπεριφοράς. Δεν επιτρέπει στη σύντροφο του να βρει δουλειά ή να φύγει από το σπίτι χωρίς την άδειά του.
3. Απομόνωση. Απομακρύνει την σύντροφο από οικογένεια και φίλους ώστε να εξαρτάται απόλυτα από αυτόν.
4. Την εξαναγκάζει να έχουν σεξουαλική επαφή παρά τη θέλησή της. Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να την αναγκάσει να έχει σεξουαλική επαφή και με κάποιον φίλο του.
5. Έχει αυστηρούς κανόνες για τα δύο φύλα. Πιστεύει ότι η δουλειά της είναι να τον φροντίζει. <
Η αγάπη και η συντροφική σχέση είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια στη ζωή. Γεμίζουν, ολοκληρώνουν, και αλλάζουν. Όταν το άτομο αισθάνεται ασφάλεια για την αγάπη και την αποδοχή του συντρόφου του τότε μπορεί εύκολα να δεθεί συναισθηματικά μαζί του, και να εξελίξουν μαζί τη σχέση ώστε να φτάσει σε ένα άλλο επίπεδο ευτυχίας. Πολλές φορές όμως το άτομο μπορεί να κουβαλάει ένα μεγάλο ιστορικό απόρριψης, από την παιδική κιόλας ηλικία, το οποίο να καθορίζει την αυτοεκτίμησή του και τις μετέπειτα σχέσεις του. Η αυτοεκτίμηση επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο θα ερμηνεύσει τα συναισθήματα του συντρόφου, και την ποιότητα της σχέσης.

Τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αποστασιοποιούνται από τη σχέση, προκειμένου να προστατευθούν από την απόρριψη και υποτιμούν συνεχώς την αγάπη του συντρόφου τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ασκούν συγκεκριμένες συμπεριφορές πριν και κατά τη διάρκεια της σχέσης.

Ποιες είναι αυτές οι συμπεριφορές;

1. Τεστάρει
Το άτομο αμφισβητεί συνέχεια την αγάπη του συντρόφου του. Οι ανασφάλειες αναδύονται με αποτέλεσμα να τεστάρει τα συναισθήματά του για να δει αν ισχύουν ή όχι. Πολλές φορές σαμποτάρει τη σχέση γιατί πιστεύει ότι ο άλλος θα τον εγκαταλείψει έτσι και αλλιώς. Το τέλος κάθε σχέσης, του επιτρέπει να πει στον εαυτό του: «Είδες, στο είπα, κανείς δεν σε θέλει». Δεν βλέπει τα δικά του λάθη και δεν μαθαίνει από τη σχέση μετά το τέλος της.

2. Προστατεύεται
Αν οι γονείς του ατόμου έχουν ζήσει ένα οδυνηρό διαζύγιο, ή πρόδωσαν ο ένας τον άλλον, ή το ίδιο το άτομο έχει ζήσει μια ερωτική ιστορία με πολύ κακή κατάληξη, είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευτεί έναν νέο σύντροφο. Εμποδίζει τον εαυτό του από το να ερωτευθεί και να τον ερωτευθούν, δεν εμπιστεύεται ότι δεν θα προδοθεί ξανά, φοβάται την πιθανότητα να πληγωθεί, με αποτέλεσμα να φεύγει από τη σχέση πριν εγκαταλειφθεί, ή να εμποδίζει το ξεκίνημά της.

3. Καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να έχει κάποιον
Όταν το άτομο δεν αισθάνεται ότι μπορεί να αγαπηθεί, νιώθει ότι θα πρέπει να προσπαθήσει πολύ ώστε να έχει κάποιο σύντροφο δίπλα του. Αυτό μπορεί να κάνει το άτομο εμμονικό και να καταναλώνει τεράστια ενέργεια στο αντικείμενο του πόθου του. Όταν η σχέση δεν αναπτύσσεται όπως θα ήθελε, το εκλαμβάνει σαν στοιχείο ότι θα πρέπει να προσπαθήσει ακόμη περισσότερο.
<
Σελίδα 1 από 2